Ανοιξιάτικο...

[ Το μεταφέρω εδώ, για λόγους αναμνηστικούς. Δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο του 2004, σε τοπικό εφημεριδάκι των Βριλλησίων, που εξέδιδε τότε ο παλιόφιλος Γιάννης Γούτης. ]

Κάποτε ήταν μια ζωή... μια άνοιξη...
Όμως δεν είναι πια...

Κάποτε ήταν το δέντρο, ήταν το στεφάνωμα της φυλλωσιάς και το θρόισμα του απομεσήμερου. Κάποτε ήταν ο ίσκιος με τη μυρωδιά του ξύλου, κεντημένος με το δαντελωτό του ήλιου και μερικές πινελιές φτερουγίσματα.

Έπειτα, κανείς δε θυμάται τι συνέβη. Άλλοι μιλάνε για έναν βαρύ και σκληρό χειμώνα, άλλοι για μια λυσσαλέα πυρκαγιά που δεν χόρταινε θάνατο με τίποτα, άλλοι πάλι λένε ότι το δέντρο ήταν πια μεγάλο και γερασμένο. Ίσως να ήταν ήδη νεκρό από καιρό πριν τη φωτιά ή το χιόνι.

Ό,τι και να ‘γινε, δεν έχει σημασία. Το δέντρο δεν είναι πια. Το ξέρω γιατί το αναζήτησα, όπως τότε, όταν πριν χρόνια σκάλιζα με το βλέμμα μου για μια ρίζα ονείρου. Τότε που επιτέθηκε στην ματιά μου, ζωηρό και βέβαιο, κι άνθισε στα σωθικά μου η ελπίδα σαν καταπράσινη επανάσταση. Τώρα μοιάζει να κείτεται άψυχο. Ένα ξύλινο κουφάρι, στη μέση ενός δάσους που αφυπνίζεται νωχελικά, διάσπαρτο από μικρές, τρυφερές υποσχέσεις ζωής. Κι η αντίθεση γίνεται ακόμη πιο τραγική.

Κάθομαι συλλογισμένος στη ρίζα του κι αναπολώ. Ξάφνου ακούω ψίθυρους. Γυρνώ. Κανείς. Λέω ιδέα μου θα ‘ναι, κάποιο μακρινό θρόισμα φαντασίας. Κάνω να βυθιστώ ξανά στις σκέψεις μου μα πάλι ο ψίθυρος. Μια σιγανή ομιλία σαν εσπερινή αύρα. Γυρίζω μα πάλι κανείς. Δε μπορεί, νομίζω ότι τρελαίνομαι. Κι όμως, με την άκρη του ματιού μου, πιάνω μια κίνηση, μια ιδέα κίνησης, στο ρυθμό της ομιλίας.

Εκεί στο πλευρό του γέρικου κουφαριού, σε μια κώχη ίσκιο τεφρό, μια μικρή μωβ φλογίτσα τρεμοπαίζει άτσαλα. Ξεχωρίζω λέξεις, νοήματα και τα χάνω. Να μιλάει το λουλούδι δεν το χωράει ο λογισμός μου! Είναι μια χαριτωμένη ανεμώνη. Προσπαθώ να καθησυχάσω την αναστατωμένη μου λογική και να καταλάβω. Δε μιλάει σε μένα (αυτό είναι βέβαιο – από πότε οι ανεμώνες κουβεντιάζουν με τους ανθρώπους;).

«Έι εσύ! Εσύ εκεί πάνω! Κάθε μέρα τα ίδια θα ‘χουμε;»

Σε ποιον απευθύνεται; Αλίμονο, δεν αργώ πολύ να το συνειδητοποιήσω. Κάθε όριο λογικής, που μου είχε απομείνει ακέραιο, καταρρέει στο άκουσμα του αξιοθρήνητου κορμού, στο πλευρό μου, να βαρυγκωμεί.

«Μμμμ! Τι θέλεις πάλι;»

«Στο λέω και στο ξαναλέω σχεδόν κάθε μέρα! Να κάνεις στην μπάντα θέλω! Μου κρύβεις τον ήλιο!»

«Όταν γυρίσει ο ήλιος θα έχεις όσο φως χρειάζεσαι! Να κουνηθώ σου λέω δε γίνεται. Τα δέντρα δεν πάνε πουθενά. Ούτε κι οι ανεμώνες αν δεν απατώμαι».

«Μωρέ τι μας λες! Εγώ μια μέρα θα φύγω!»

«Σοβαρά; Και πού θα πας, βλαστάρι μου, αν επιτρέπεται;»

«Θα γυρίσω όλο τον κόσμο, τι νομίζεις; Έχω όνειρα κι ένα σωρό πράγματα που θέλω να γνωρίσω».

«Ένα σωρό πράγματα! Μεγάλη κουβέντα για μια σταλιά ανεμώνη! Πού τα έμαθες εσύ ένα... σωρό πράγματα;»

«Τα έμαθα! Τ’ ακούω κάθε μέρα, αν θες να ξέρεις! Τα νιώθω στον άνεμο που με προσπερνάει γεμάτος άγνωστες μυρωδιές και ήχους ακατανόητους. Γεμάτος δροσιά από ποτάμια που παίζουν ξωτικά και από Ωκεανούς τρανούς, που τους οργώνουν ανθρώπινα καράβια και πλάσματα που, σου λέω, δεν τα βάζει ο λογισμός σου. Τα βλέπω τις νύχτες που το φεγγάρι ησυχάζει και στον ορίζοντα τρεμοπαίζουν τα φώτα απ’ τις μεγάλες πολιτείες των ανθρώπων κι από σπίτια που μυρίζουν ψωμί και οικογένεια. Κι αποκοιμιέμαι, κατόπιν, με τους ψίθυρους των ερωτευμένων κι όρκους για την παντοτινή αγάπη. Αυτά, σου λέω, θα τα γνωρίσω όλα κάποτε!»

«Πόσο μικρό είσαι ακόμη, λοιπόν! Κάποτε θα καταλάβεις! Σαν γνωρίσεις τον άνθρωπο πραγματικά, τότε δε θα είναι τόσο όμορφα όσο νομίζεις. Εξαιτίας του ανθρώπου, οι όχθες των ποταμών γέμισαν εργοστάσια και τα ξωτικά μετακόμισαν στα παραμύθια. Τα πλάσματα των Ωκεανών πεθαίνουν σιγά–σιγά για ένα πράγμα που ονομάζεται «συμφέρον». Στις πολιτείες των ανθρώπων, τα φώτα αστράφτουν πάνω στις ματιές αλλά και πάνω στο μαχαίρι, και οι οικογένειες δε μαζεύονται πια όπως παλιά γύρω απ’ το τραπέζι. Όσο για τους ερωτευμένους καμιά αγάπη και καμιά υπόσχεση δεν κράτησε, τελικά, για πάντα.»

«Μπα; Και που τα ξέρεις όλα αυτά;»

«Από τον άνεμο κι εγώ, κι απ’ τις αναλαμπές του σεληνόφωτος. Υπάρχουν πολλά περισσότερα εκεί αν γνωρίζεις πώς να τ’ αφουγκραστείς σωστά. Κάποτε θα μάθεις ότι κανείς, τελικά, δεν καταφέρνει να ταξιδέψει πραγματικά στη ζωή του. Πάντα υπάρχουν ρίζες που σε κρατάνε και σε δένουν. Σου δίνουν όμως και ζωή. Κάποια στιγμή θα καταλάβεις ότι το πιο σημαντικό ταξίδι γίνεται μέσα μας. Όταν αποφασίσεις αληθινά να ταξιδέψεις τότε, παραδόξως, ακόμη κι αν δε σαλέψεις βήμα, όλος ο κόσμος θα περάσει σιγά–σιγά από μπροστά σου».

«Ανοησίες! Εγώ μια μέρα θα καβαλήσω τον άνεμο και θα φύγω σου λέω! Κάνε στη μπάντα τώρα!»

«Ω, μα εσύ δεν παίρνεις από λόγια! Ορίστε, οι πρώτες αχτίδες άρχισαν, ήδη, να χαϊδεύουνε τ’ ακρόφυλλά σου».

«Ααα, είναι όμορφα! Λίγες μέρες υπομονή, λίγο να μεγαλώσω ακόμη...»

«Καλά, καλά! Πάψε τώρα!»

«Θα φύγω μια μέρα, θα το δεις!»

Η κουβέντα λήγει εδώ. Ωστόσο, απομένω για λίγο ακόμα σιωπηλός κι ακίνητος, μ’ ένα αμήχανο χαμόγελο που δεν λέει να σβήσει. Μπορεί να τα φαντάστηκα όλα ετούτα. Προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου ότι δε γίνεται αλλιώς! Σίγουρα τα φαντάστηκα! Μια προβολή του νου μου στο ανοιξιάτικο σκηνικό, μια αλληγορία.

Τώρα πια ξέρω καλά! Ξέρω πως κι αν κάποτε το δέντρο ησυχάζει δε σημαίνει ότι είναι και νεκρό και πως οι ανεμώνες θέλουνε πάντοτε να φεύγουν και να ταξιδεύουν. Αναστενάζω ευτυχισμένος! Γιατί είναι άνοιξη. Γιατί είμαι, συνάμα, ήσυχο δέντρο και ονειροπόλα ανεμώνη, γιατί είμαι οι ρίζες και το ταξίδι, γιατί είμαι ζωντανός...

Κάποτε ήταν μια θλίψη... ένας χειμώνας...
Όμως δεν είναι πια...

ΚΑΛΗΜΕΡΑ!!!

[ Ένα κείμενο από τις 4 Μαΐου 2009, σε κάποιο σημείωμα του facebook, αναπάντεχα αισιόδοξο! ]

Κι όλα ξεκινούν απ’ την αρχή! Η ζωή, η αγάπη, εμείς! Ναι λοιπόν, κάθε πρωί η ίδια πνοή, η ίδια τρέλα! Κάθε πρωί η ίδια έκρηξη τινάζει τα στήθη μας! Ο σφυγμός μας ναι, ο σφυγμός ακόμη εδώ, απτόητος, λυσσαλέος, παράλογος, υπέροχος!! Κάθε πρωί, ακόμη και πίσω από εκείνο το στρυφνό προσωπείο του ανικανοποίητου – το γνωρίζουμε καλά – κάπου εκεί πίσω παραληρούμε από την άγρια ευτυχία! Γιατί είμαστε ακόμη εδώ – μόνοι, μαζί, δεν έχει σημασία – αλλά ζωντανοί, ζωντανοί, ζωντανοί!!! Μανιακοί από την ελπίδα, από το όνειρο, από τον έρωτα!! Απ’ την αρχή, ναι απ’ την αρχή ξεκινούν όλα! Ακούραστα, ακατασίγαστα! Κάθε πρωί, μαζεύουμε τα κομμάτια μιας βραδιάς σκοτεινής, ύπουλης, μιας νύχτας απέλπιδης, και διστακτικά – στραβοκοιτώντας έστω – ανακατεύουμε στο φλιτζάνι του καφέ μια νέα υπόσχεση! Ναι διστακτικά, καχύποπτα, μα επιμένουμε κι αυτό είναι τόσο τρελό, τόσο υπέροχα μάταιο, που τραντάζεται το δωμάτιο απ’ τα γέλια μου! Θα ουρλιάξω, θα χτυπηθώ στο πάτωμα, θα κολυμπήσω γυμνός την απόσταση ως τη σελήνη, φορώντας μονάχα αυτό το άγριο γέλιο! Τα χάνω! Λέω, δεν είναι δυνατόν, δεν είναι! Μωρέ καταλαβαίνετε;; Γιατί ο δικός μου νους δεν τα χωράει, όλα τα θαυμαστά ετούτα! Δε γίνεται ν’ αντέχουμε ακόμα! Απλά, δε γίνεται! Ο κόσμος γύρω γκρεμίζεται, χάνεται, καταποντίζεται στα σωθικά του! Σκοτεινός, επώδυνος, αιμάτινος, αδιέξοδος! Μα δεν το καταλαβαίνω, δεν το καταλαβαίνω! Εμείς εξακολουθούμε, εμείς λάμπουμε, καιγόμαστε σαν πύρινη λαίλαπα από το πάθος!! Πώς γίνεται αυτό, πώς;;; Τι κι αν εγώ σπάνια τα καταφέρνω! Αλλά εσύ, εσύ αδερφέ μου, εσύ, εσύ!! Σα χαμογελάς, είσαι ο ήλιος, δέκα ήλιοι μαζί είσαι, μια θάλασσα καταυγάζουσα το απομεσήμερο! Είσαι τρελός, είσαι ήρωας, είσαι από την ύλη που φτιάχτηκαν οι πυρήνες! Κι εσύ αδερφή μου, ανακατώνεις το χώρο με το βλέμμα σου, με την περπατησιά σου! Στέκει ο κόσμος να προχωρήσεις εσύ, αποσβολώνεις το χρόνο, τις ανάσες! Είσαι το κέντρο, καλή μου, κι όλα τα υπόλοιπα κύκλος γύρω σου, κι όλα τα υπόλοιπα άρωμα ν’ ανασάνεις!! Και τα παιδιά, αχ αυτά τα παιδιά! Πλημμυρίζουν σαν ποτάμια τους δρόμους, ξέχειλα, παθιασμένα, απορημένα! Στροβιλίζονται σαν μικρές άνοιξες! Αν ήταν δυνατόν θα μασούσαν τον κόσμο ολάκερο σαν τσικλόφουσκα μα θα τσακώνονταν για μια θέση στο παράθυρο, θα έγδερναν γελώντας τα γόνατά τους στους σκοτεινούς αστεροειδείς μα θα τα έχαναν τελείως μπροστά σε μια κουβέντα άστοχη, θα σημάδευαν την οικουμένη με τις χειρότερες προστυχιές αλλά θα αναψο–κοκκίνιζαν, σαν ώριμο τριαντάφυλλο, μετά το πρώτο άγγιγμα, στο πρώτο φιλί!! Αχ η ζωή, η ζωή!! Κι αυτή η αγάπη!! Είναι εδώ, είναι γύρω μας, είναι μέσα μας! Σαρώνει κι εξαγνίζει τα πάντα! Ακόμη και το φόνο! Ακόμη και το πένθος! Μας γδέρνει, μας ξεσχίζει, μας πεισμώνει, την προδίδουμε ή μας προδίδει! Κι όμως η αγάπη, πάντα παρούσα, δεν υποκύπτει! Θέλω να συγχωρέσω, θέλω να προχωρήσω, θέλω ν’ αγαπήσω, θέλω να είμαι, να είμαστε!! Όλο το ατσάλι του κόσμου χάρισμά σας, τρελά, σκοτεινά μου αδέρφια! Μονάχα ετούτη τη στενή θέση στον ήλιο να κρατήσουμε εμείς, εδώ να στεριώσουμε τη μικρή μας πολιτεία των σωμάτων, εδώ να θάλλουν πορφυρές οι καρδιές μας, εδώ να δώσει σπορά ο νους, να γεμίσει ο τόπος με τραγούδια, με θρύλους, εδώ και να μαραζώσουμε κάποτε πλήρεις! Σε μια ηλιαχτίδα, σε μια φωτιά, σε μια πυρκαγιά η ζωή μας όλη! Αχ μέρα υπέροχη, υπέροχη μέρα, μέρα καλή... καλή σας μέρα!!!

Δε βγαίνει νόημα!

Τελικά ποιος το γνωρίζει, να μου πει ‘τούτο μονάχα, αν δηλαδή οι λέξεις φτιάχτηκαν για να ενώνουν ή να χωρίζουν τους ανθρώπους ; Ποιος σατανάς εφηύρε τις κουβέντες, τα λόγια «τα σταράτα», τις γνώμες και τις συγγνώμες ; Ποιος διάολος βάλθηκε να σπείρει τη διχόνοια ανάμεσά μας κι άφησε να ριζώσουν μες στα κεφάλια μας ορισμοί, αίτια κι αιτιατά κι άλλα ζιζάνια και μύκητες, εν πρώτοις ακίνδυνοι για το ανεκπαίδευτο μάτι ή μυαλό ; Σπάζει ο καθρέφτης κάθε πράγματος σε χίλια κομμάτια κι άλλο είδωλο λατρεύω εγώ, άλλο εσύ κι έτσι μιλώντας τεμαχιστά, πιάνει ο καθένας το δικό του αιχμηρό θραύσμα και το καρφώνουμε ο ένας στην καρωτίδα του άλλου, λες κι είναι η αλήθεια ενέσιμη κι εμείς οι φορείς του εμβολίου.

Τα λέω τα πράγματα έτσι, γιατί κι εγώ σφαγμένος και σφάχτης αναρρώνω από κάποια μάχη πρόσφατη . Όπου πια ξέχασα να μιλώ - ή τι σημαίνει να μιλώ . Όπου είδα τούτες τις ψαλιδιές της αμφιβολίας να αποκόπτουν τα νήματα απ’ τα νοήματα κι όλες τις λέξεις να σωριάζονται - όχι στα πόδια μου, τουλάχιστον τότε θ’ αλάφρωνε λίγο το βάρος, αλλά στον τράχηλο, στους ώμους, στα ριζώματα του νωτιαίου μυελού . Είχα αναρτήσει πάνω τους – πάνω στις λέξεις εννοώ - μιαν ελάχιστη βεβαιότητα ύπαρξης, μια σιγουριά ότι κατώφλι σημαίνει κατώφλι, πως θάνατος σημαίνει θάνατος κι άλλους τέτοιους όμορφους αντιπερισπασμούς.

Μα τώρα πια, με πόση χάρη αποδείξαμε το τέλος της αθωότητας, όταν σκαλίζαμε τα ολοστρόγγυλα αραβουργήματα στα τετράδια της πρώτης δημοτικού και προσμέναμε μαγεμένοι να μας αποκαλύψουν τους μυστικούς θησαυρούς της επικοινωνίας . Κατανοήσαμε πια ότι πρόκειται για μιαν επικοινωνία κατ’ επίφαση, κάθε λέξη και μια επιταγή που αποδείχτηκε ξεδιάντροπα ακάλυπτη . Η αυστηρότητα της μολυβένιας χαρακιάς, πάνω στο λευκό χαρτί, εξαντλούνταν τελικά στην αυστηρότητα του σχήματος κι όχι του νοήματος . Κάθε φορά που παλεύω να ξεχωρίσω το χρώμα της καλημέρας, νιώθω τη λέξη να λιώνει στ’ αυτί μου σαν ηχητικό καλειδοσκόπιο . Η καλημέρα δεν είναι πια μία, είναι χίλιες-μύριες καλημέρες : άλλες γλυκές σαν ζεστή σοκολάτα τις αισθάνεσαι να γλιστρούν στα σωθικά σου σαν αντι-γύρισμα αγκαλιάς, άλλες αδιάφορες σαν πικροδάφνες πεταμένες στα κράσπεδα κάποιας εθνικής οδού, υπάρχουν απλά για να υπάρχουν, άλλες παγερές τις νιώθεις να έρπουν στην πλάτη σου, όπως το μαχαίρι γλιστρά και βυθίζεται μέσα στο βούτυρο.

Πιάνω απ’ τη μεριά μου να χτίσω γεφύρι, πιάνεις να χτίσεις κι εσύ απ’ τη δική σου . Δε λέω, γιοφύρια χτίζονται με πράξες, όχι με χρωματιστές ανάσες . Μ’ αυτό ακριβώς, ακόμα κι αν οι πράξες τούτες δε λείπουν, χρειάζεσαι κουβέντες να τις ντύσεις γιατί δε μάθαμε τη γύμνια και αισχυνόμαστε ή τη μπερδεύουμε με φτώχια – πόσο θλιβερό το τελευταίο . «Να», σου λέω, «το γιοφύρι που χτίζω για να σε πλησιάσω είναι πορφυρό» κι εσύ μου απαντάς για το δικό σου, που είναι βαθύ γαλάζιο και στο σημείο αυτό όλα μοιάζουν μαγικά (ή μαγεμένα) και γεμάτα υποσχέσεις αγγιγμάτων . Καθώς πλησιάζουμε, όμως, διακρίνω πως το γεφύρι σου δεν είναι βαθύ γαλάζιο μα ξεβαμμένο μπλε κι εσύ, όμοια, ανακαλύπτεις αντί του πορφυρού δικού μου, το καφετί της ώχρας . Στο σημείο αυτό, κοιταζόμαστε σαν άγνωστοι κι είναι το σημείο, που συνήθως παραπατούμε . Ξεχνούμε το γιοφύρι πίσω απ’ τα χρώματα . Για πάντα θα μας στοιχειώνει η σύγκριση μ’ εκείνη την αρχική, γαλάζια ή πορφυρή υπόσχεση.

Η λέξη, αυτή η καταραμένη λέξη . Κάποτε, παιδί ακόμη, σκαρφάλωσες σ’ ένα ψηλό δέντρο κι έχτισες εκεί το παραμυθένιο σου κάστρο . Οι πολεμίστρες του ευώδιαζαν ρετσίνι, πίσω απ’ τα φυλλώματα έπαιζες με τα τζιτζίκια και μελετούσες ονείρατα . Για σένα το δέντρο ήταν σπίτι σου . Κάποτε, παιδί ακόμη, προσπάθησα να σκαρφαλώσω σ’ ένα δέντρο, μα γλίστρησα και πέρασα τους επόμενους μήνες στο νοσοκομείο, στο σπίτι, στη φυσιοθεραπεία . Για μένα το δέντρο ήταν εξορία, ήταν στοιχειό . Όταν μου μιλάς για δέντρα τρομάζω . Οργίζεσαι που δεν καταλαβαίνω . Προσπαθείς να μοιράσεις ευθύνες, θέλω μονο να καταλάβεις . Θίγεσαι . Μιλώ μόνο για το δέντρο, μα εσύ θαρρείς μιλώ για σένα . Οι λέξεις, οι λέξεις . Δίχως όρια, δίχως αιδώ, διαχέονται μέσα σε ό,τι μας ορίζει, σε ό,τι μας κάνει πιο ανθρώπινους . Σαν καρκινώματα, μεθίστανται από το ένα ζωτικό μας αίσθημα στο άλλο . Οι καρδιές μας καταρρέουν προσπαθώντας ν’ αγαπήσουν ορίζοντας, άρα χωρίζοντας . Αχ η λέξη, αυτή η καταραμένη λέξη, που σα μαχαίρι τεμαχίζει τα δάχτυλα που πασχίζουν να αγγίξουν, ένα το άλλο.

Η λέξη, που δεν είναι απλά η λέξη . Η λέξη που δεν είσαι απλά εσύ . Η λέξη που είναι η μάνα σου και ο πατέρας σου . Η αυλή που μεγάλωσες, το πρώτο σου σχολείο . Οι βρωμικες πολυκατοικίες της γειτονιάς σου, τα κύματα που ζώνουν τη χώρα σου ή τα βράχια που τη στερεώνουν . Το αίμα που πότισε τα σπαρτά που σήμερα σε θρέφουν ή τα βιβλία . Η λέξη κι η γενιά της που κρατάει απ’ το χαρτί, που κρατάει απ’ τον πάπυρο, που κρατάει από μια χαραγματιά στην πέτρα . Να πολεμήσω τη λέξη δε μπορώ, ότι να πολεμήσω όλα τούτα πίσω της πρέπει . Άλλο δε μπορώ να κάνω όμως . Η πράξεις μου δεν στέκονται χωρίς τις λέξεις . Γιατί η πράξη μου γίνεται για κάποιο λόγο κι ο λόγος είναι λέξεις . Να πολεμήσω τη λέξη δε μπορώ, ότι να πολεμήσω τον εαυτό μου πρέπει, καταρχήν . Και κατόπιν τον Αλέξη, καθότι ως γνωστόν πίσω από τις λέξεις κρύβεται ο Αλέξης . Όπερ έδει δείξαι και στ’ αρχίδια μου . Ευχαριστώ !

Φοβάμαι...

Έτσι φοβάμαι πως θα πεθάνω κάποτε: μονάχος, αυτοεξόριστος, έωλος.

Μονάχος.

Αυτό φοβάμαι, πως θα γείρω κάποια στιγμή νεκρός, πάνω στο πληκτρολόγιο, έχοντας εκπορνεύσει το βιος μου κι έχοντας κανιβαλίσει τα αποφάγια. Θα γείρω και θα καταρρεύσω, έτσι απλά, αφού δε θα υπάρχει πια να με στηρίξει ούτε λατρεία, ούτε απέχθεια καμιά. Και θα με βρουν, αργότερα, παγωμένο, κοιλιά επιμελώς διογκωμένη απ’ τη φιλεύσπλαχνη αποσύνθεση, ψίχουλα στα γένια, στο φανελάκι, λεκιασμένα εσώρουχα, ρυπαρό και γλοιώδη.

Αλλά, προπάντων, θα με βρουν μόνο. Με το δείκτη μετέωρο, ένα ψυχορράγητο κλικ μακριά από την αγάπη. Πεθαίνοντας, όπως ακριβώς αγάπησα: φοβισμένα, ηδονοβλεπτικά, παράνομα. Δίχως πνευματικά δικαιώματα, δίχως έγκριση ποτέ.

Έτσι, ακριβώς, φοβάμαι πως θα πεθάνω: ξεπουλημένος, σακάτης, πρόστυχος. Ένας πορνόγερος, που θα επιδεικνύεται ξεδιάντροπα στις νοσοκόμες, στο δρόμο, στα μικρά παιδιά.

Ή πάλι, ίσως σβήσω άξαφνα, με μια γελοία γκριμάτσα τρόμου, απανθρακωμένος μπροστά στον υπολογιστή μου. Με το δεξί μου χέρι τεταμένο μπροστά (στο ποντίκι) και το αριστερό κολλημένο στο πλευρό (πληκτρολόγιο), θα μοιάζω με νεκρό Καραγκιόζη. Στη ματιά μου, το μόνο που θα θυμίζει πλέον τη σπαταλημένη ζωή, η νεκρική φωταύγεια της οθόνης, ο απόηχος. Κι ένα διακριτικό μήνυμα, που θ’ αναβοσβήνει μαυλιστικά στο περιθώριο, θα με ξεπροβοδίζει επικριτικά, μάταια προειδοποιώντας με για την ορθογραφία μιας αδιάφορης πια λέξης.

Ο ύπνος του δικαίου...

Και, ξαφνικά, ξημερώνει ένα πρωί, που η γη σιγο-τρέμει και στον αέρα πλανιέται οσμή από ανθρώπινο αίμα. Ανοίγεις τα μάτια ανήσυχος, μα δεν καταλαβαίνεις: το ξυπνητήρι είναι κατηγορηματικά ρυθμισμένο για τον επόμενο αιώνα. Αφουγκράζεσαι την ατμόσφαιρα αγουροξυπνημένος, τεντώνοντας το λαιμό σου, σαν αξιοθρήνητη χελώνα. Ξεχωρίζεις βιαστικά βήματα στους δρόμους, απόηχους κραυγών κι ίσως μακρινούς πυροβολισμούς. Ρίγη τοξικής δειλίας σε διαπερνούν. Ασφυκτιάς από τη μπόχα σου, μα πάλι δε τολμάς! Βουλιάζεις... Βουλιάζεις, όλο και βαθύτερα, μες το πουπουλένιο σου σάβανο.

Όμως, κάποτε οι φωνές πλησιάζουν! Πλησιάζουν τόσο, ώστε νιώθεις δόντια να κροταλίζουν πίσω απ’ την πόρτα σου! Φωνές που ορθώνονται γύρω σου εκκωφαντικές! Όλο και περισσότερες! Όλο και πιο άγριες! Σε καλούν να ξυπνήσεις! Σε προκαλούν! Μα εσύ κουκουλώνεσαι με τη κουβέρτα, τρίβεις τα μπούτια σου και μυξοκλαίς «Όχι, όχι ακόμη! Πέντε λεπτά, σας παρακαλώ! Πέντε λεπτά ακόμη και σηκώνομαι»! Και τα πέντε λεπτά γίνονται ώρες, οι ώρες γίνονται ημέρες, χρόνια κι η ζωή σου τελειώνει στο ίδιο αυτό κρεβάτι. Θα σε βρουν κάποτε, τυλιγμένο σε συσκευασία αποσυντεθειμένου εμβρύου, με το κεφάλι χωμένο μέσα στον ίδιο σου τον κώλο, όπου λίγο πριν πεθάνεις θα αναζητούσες μάλλον το τηλεκοντρόλ, ίσως πάλι μιαν αφορμή να ζήσεις. Θα σε ανακαλύψουν από την αποφορά των ίδιων σου των περιττωμάτων. Τόσο που αγαπούσες τον εαυτό σου, δεν άντεχες ούτε τη βρωμιά σου να αποχωριστείς!

Οι γείτονες θα διαφημίζουν καταβεβλημένοι τη φρίκη τους, από κανάλι σε κανάλι, πως ήσουν καλός άνθρωπος – μα λίγο ιδιόρρυθμος – και τα σχετικά για το που έχει φτάσει η κοινωνία μας. Πάει να πει, η κοινωνία των άλλων, αφού οι ίδιοι δεν κοινώνησαν παρά κουφάρια. Θα σε ακρωτηρίαζαν, ευχαρίστως, σαν το μετανάστη στο φανάρι, αν δεν ταίριαζε η απόχρωση της πείνας σου με τα καινούργια τους λουστρίνια. Έπειτα, κοιτάζοντας καχύποπτα στο βάθος του δρόμου ή τη γωνία – καθώς ο αντίλαλος μιας αφυπνισμένης οργής θα κλιμακώνεται, ολοένα και πιο σιμά - θα σφαλίσουν ξανά τις πόρτες τους και θα επιστρέψουν, με τη σειρά τους, στα δικά τους κρεβάτια. Θα σφραγίσουν ερμητικά τα πατζούρια – καθότι το πολύ φως πάντοτε τους ενοχλούσε – και θα πάψουν να σκέφτονται, μονάχα θα ονειρεύονται. Θα ονειρεύονται πως είναι ξύπνιοι κι άλλους ωραίους εφιάλτες, αποστειρωμένους και θρεπτικούς. Θα πέθαιναν, αν ήταν δέον της κοινωνικής τους υπόστασης. Αλλά κι αυτός ο θάνατος απαιτεί μια στοιχειώδη αξιοπρέπεια. Κι εκεί, πάνω στο γλυκό κάρωμα της αυταρέσκειας, μια κραυγή θα σαρώσει τις στέγες κι ο κόσμος ολόκληρος θα καταρρεύσει πάνω από τα κρεβάτια τους. Θα σβήσουν ήσυχα, ανώδυνα. Σαν να μην είχαν ποτέ υπάρξει. Κι έπειτα η σιγή του θανάτου. Έπειτα, η γη θα θρηνήσει για σαράντα ημέρες ή αιώνες τα χαμένα της παιδιά.

Όμως, στο τέλος του θρήνου, όσοι θα βρίσκονται στους δρόμους – οι λυτρωμένοι – θ’ αφήσουν το τουφέκι απ’ το χέρι, θ’ αφήσουν τους νεκρούς αδερφούς, τους γονείς πίσω. Όχι χωρίς θλίψη, μα έτσι θα πρέπει, πίσω να μείνουν όλα! Πάνω στα ερείπια, να σπείρουν και να ποτίσουν σπιτικά. Πάνω στους νεκρούς, να σπείρουν και να ποτίσουν ζωντανούς. Πάνω στα αποκαΐδια να σπείρουν και να ποτίσουν εστίες. Κι όταν τα λιγοστά σπόρια σωθούν, ν’ αποσυρθούν θα πρέπει κι αυτοί οι ίδιοι! Σε μια γωνιά να σβήσουν, να καθαρίσει για πάντα αυτή η πανούκλα, του παλαιού Ανθρώπου! Κι όταν θα δώσει ο καρπός, αδερφέ μου – αχ, αν θελήσει να δώσει ξανά αυτή σπορά – τότε να δεις… τότε να δεις πως θ’ αντηχήσουν τα θεμέλια ξανά... πως θα ραγίσει το στερέωμα από το γέλιο το πρώτο, τον έρωτα… Αλλά εσύ, εγώ… εμείς, βέβαια, θα είμαστε απόντες…

Άνθρωπος να ‘μαι, πια δεν το θέλω!

Άνθρωπος να ‘μαι, πια δεν το θέλω! Κουράστηκα! Κι αν αύριο, τα βήματα του θανάτου προϋπαντούσα κάθιδρος, θρυμματισμένος από τον τρόμο στο κατώφλι, σχίζοντας τα μάγουλά μου από την αναμασημένη απελπισία, θα ‘ταν αυτό το ευχαριστώ μου. Θα ‘ταν μια κάποια λύτρωση. Γιατί μετρώντας και ξαναμετρώντας την ύπαρξη ετούτη, δε λέει να τη χωρέσει ο νους μου. Τι τα θες; Μια βγαίνω λειψός, μια περισσεύω. Μια γωνιά ‘δω πάνω, μια κώχη να χωρέσω, να ξαποστάσω, πουθενά! Είναι κι αυτό, βλέπεις, πως φοβάμαι φίλε μου την αγκαλιά. Φοβάμαι πως θα διαρραγώ σε λυγμούς, γιατί κάθε που μ’ αγγίζουν αναθυμούμαι ξαφνικά πως υπάρχω...

Άνθρωπος να ‘μαι, πια δεν το θέλω! Όχι, δεν το θέλω ν’ αγαπώ! Γιατί κι εσείς, λατρεμένοι της ζωής μου, τόσο φτηνό είναι το αίμα σας, που σχεδόν τσάμπα το περισυλλέγω στις αγορές του Κόσμου. Κι αυτό δεν το αντέχω! Αχ καλέ μου Βάρναλη! Τα σκουλήκια δεν πεθαίνουν διαμελισμένα σε μιαν αγορά του Κοσόβου, απανθρακωμένα σ’ ένα λεωφορείο στο Ιρακ ή στη Γάζα, αιμορραγώντας κάτω από συντρίμμια ενός χαμόσπιτου! Τα σκουλήκια δεν πεθαίνουν στη Σομαλία, μ’ ένα κατσαβίδι καρφωμένο στην καρωτίδα, πνιγμένα από το ίδιο τους το αίμα! Δεν ψυχορραγούν στις ασπαίρουσες αγκαλιές άλλων σκουληκιών, σε ασθενοφόρα που αναδίδουν εκκωφαντική την αποφορά της επερχόμενης ήττας ή σε χειρουργεία αποστειρωμένα από τους ήχους του δρόμου ή την ελπίδα.

Απόκαμα πια! Μα δεν το βλέπετε, λοιπόν; Δε βλέπετε τους φίλους σας να φέρνουν στον κόσμο παιδιά, παιδιά που είναι ήδη νεκρά κάπου στη γης; Ποιο χαμόγελο θα γείρει υπέρ μας την πλάστιγγα του θανάτου, τη σφοδρότητα του φονικού που μας καταπίνει; Ποια μάνα μπορεί να σηκώσει νεκρό παιδί, δίχως να καταρρεύσει ο καθρέφτης του κόσμου σε θρύψαλα; Ποιος πατέρας, δίχως να λυγίσουν τα μπράτσα του απ' την ανημπόρια, απ' το παμφάγο σαρκασμό του φρεσκοσκαμμένου χώματος; Πόση υπομονή, λοιπόν; Πόση αγάπη χρειάζεται για να σταθούμε τίμιοι, απέναντι στο μαχαίρι που μας σαρώνει; Πόσο μίσος αντέχουν τα τοιχώματα της καρδιάς μας, προτού γίνουμε εμείς το μαχαίρι;

Όχι, όχι, αδερφοί μου! Άνθρωπος να ‘μαι, πια δεν το σηκώνω! Ανάμεσα στον Άνθρωπο και το σκουλήκι, χίλιες φορές το τελευταίο! Χίλιες φορές, το σκουλήκι διαλέγω! Δεν το μπορεί, ο Άνθρωπος, να σηκώσει τον Κόσμο κι όμως πρέπει. Δεν το μπορεί, το σκουλήκι, να σηκώσει τον Κόσμο, μα δε χρειάζεται. Έτσι δειλός, μοιραίος κι άβουλος αντάμα, να προσμένω μόνο κάποια φτέρνα...