ΤΟ ΣΚΟΥΠΙΔΙ - Μικρές ιστορίες για πέταμα [#03]

[ Ιανουάριος 2017]

Χριστούγεννα (τα) = Σύνθετη λέξη. Πρώτο συνθετικό, η αβάσταχτη ανία των χορτάτων. Δεύτερο, η μελαγχολία μιας εκβιασμένης υπόσχεσης. Στους αιώνες των ανθρώπων, δεν πρέπει να 'χουν υπάρξει γενιές άλλες - από τις δυο-τρεις τελευταίες - με ζωές όμοια λιπαρές, χαραμισμένες στη ματαιότητα και στην πλαστικούρα. Αν κοιτάξει κανείς γύρω του, βλέπει μυαλά τόσο παχύσαρκα, ώστε οι σβέρκοι θα 'πρεπε να 'χαν τσακιστεί στα δύο. Ζωές άχρηστες και τόσο μάταιες, πεταμένες με τέτοιαν αστοχασιά, εδώ κι εκεί, ώστε αν τύχει και ξεστρατίσεις σε κάποιο κοιμητήριο, από αφηρημάδα, ζήτημα να καταλάβεις τη διαφορά. Και τα παιδιά μας, κι εκείνα κατ' εικόνα κι ομοίωση. Έχεις προσέξει ποτέ παιδί με γεμάτο στομάχι, μπροστά σε γιορτινή βιτρίνα; Δεν καθρεφτίζεται τίποτα ∙ ούτε στη βιτρίνα, ούτε στο παιδί.

Ο χορτάτος πίθηκος, ωστόσο, έχει εκπαιδευτεί καλά σε τέτοιες εξισώσεις. Στους ζωολογικούς κήπους, όπου ζούμε λεύτερα, βρήκαμε στην επανάληψη το τέλειο καταφύγιο του μαλάκα. Μέσω της ίδιας και της ίδιας εορταστικής φλυαρίας, προσμένουμε και φέτος μήπως αλλάξει κάτι. Μέσα στους παραμυθένιους τενεκέδες, στα πολύχρωμα σκουπίδια, ψαχουλεύουμε μια τζούρα ευτυχίας, μια φέτα δαγκωμένη, ας είναι ένα-δυο ψίχουλα. Κι αφού ο Έρωτας δε δωρίζεται, παρά κερδίζεται, ψάξε-ψάξε ελπίζουμε τουλάχιστον σ' έναν άλφα οργασμό, σ' ένα κοκορέτσι βρε αδερφέ. Στο τέλος, βυθιζόμαστε στο λήθαργο του ανθρώπου που χωνεύει τα σωθικά του, λες και κατέκτησε το Έβερεστ της αυθεντικότητας, κι έπειτα του χρόνου πάλι. Παραφουσκωμένοι με κουραμπιέδες και ποικιλία σφαχτών, έχουμε παρεξηγήσει την ψυχή μας για στομάχι. Ίσως πήραμε, τούτα τα δύο, για τίποτα συγκοινωνούντα δοχεία. Λες πως, αν τηλώσει το κωλάντερο, δε μπορεί, κάτι θ' αρπάξει κι η ψυχή. Εις μάτην, φυσικά. Το πολύ-πολύ ν' αρπάξει μια κουράδα.

Τα σπίτια μας μετατρέπονται σε χαριτοδιπλωμένα μπουρδέλα. Τσαχπίνικα φωτάκια φτιασιδώνουν τα ντουβάρια μας κι η μούχλα μοιάζει ντεκόρ, χοντροκώληδες αγιοβασίληδες παλεύουν στα μπαλκόνια, ν' αποδράσουν προτού σωθεί κι η τελευταία ρανίδα αξιοπρέπειας - ηττώνται κατά κράτος -, ηλεκτρονικές μουσικούλες θεραπεύουν τη φτήνια ομοιοπαθητικά, φάτνες κακοβαμμένες, στραβοκολλημένες από κάποιον αγχωμένο, ανήλικο μαστοράκο... η λίστα μοιάζει ατελείωτη. Κι η αγάπη - ε πόση αγάπη πια - μεταξύ των ανθρώπων, τούτη την εποχή! Σε κάνει κι αναρωτιέσαι "πού διάολο κρυβότανε τόση αγάπη, όλο τον υπόλοιπο χρόνο;". Δεν είναι τυχαίο, συχνά λέμε "καλά χριστούγεννα" εννοώντας "ζήσε Μαή μου", με άλλα λόγια "θα μας φάει η μαλακία, ώσπου... ", έστω κι αν δεν είναι σωστό, να υποτιμούμε τη μαλακία. Ακόμα και στη Βίβλο, για να φτάσει κανείς στον καλό Χριστούλη, χρειάζεται πρώτα να περάσει απ' τον Αυνάν. Στο Χριστούλη βέβαια δε φτάνουμε ποτέ - το πολύ πολύ, μέχρι τον Κωτσόβολο - αλλά δεν είναι και πως τον ψάχνουμε κιόλας. Τον Αυνάν, από την άλλη...

Δεν είναι τυχαίο, που η μοναξιά φουσκώνει και θεριεύει, όσο πλησιάζουμε στις άγιες μέρες. Είναι που, επιτέλους, κοντοστεκόμαστε μια στάλα. Αν κοντοστεκόμασταν πριν τρεις μήνες ή πριν το κολατσιό, το ίδιο θα 'κανε. Δε φταίνε τα Χριστούγεννα. Φταίει που διαρκώς τρέχουμε - φόβος είναι, να μας προλάβει κάνα συναίσθημα και να ψοφήσουμε από υπερβολική δόση. Φτάνει, λοιπόν, μια πονηρή στιγμούλα, που μας βρίσκει αμήχανους απέναντι σ' έναν καθρέφτη, μια τζαμαρία ή μια χριστουγεννιάτικη μπάλα. Ξάφνου, βλέπουμε πιο πέρα απ' τα σπυριά, την ξεραμένη τσίμπλα ή το πόσο μεγάλη είν' η μύτη μας. Αναπάντεχα, τα μάτια μας θυμούνται να βλέπουν, γίνονται ματιές. Κοιτούμε σαν να 'ναι η πρώτη φορά. Κοιτούμε τους εαυτούς μας τίμια και βαθιά, σα νυστέρια, λες και κάποιος ξεχάσε να συνδέσει τους συναγερμούς, να κατεβάσει τις αμπάρες ή να μας χώσει πίσω στο προφυλακτικό μας. Τώρα, τι βλέπουμε 'κει μέσα, βαθιά, δε θέλει και μεγάλο ρώτημα. Μα είστε ηλίθιοι; Τι άλλο καθαρότερο μπορεί να φυλά κανείς στα σπλάχνα του, παρά το θάνατό του;

Αυτά τα κολοκύθια με τις Βηθλεέμ, τα ρεβεγιόν και τα λαμπιόνια, δεν είναι παρά οι εκκωφαντικές κραυγές ανθρώπων, που ξέχασαν εδώ και χρόνια την τέχνη να ζουν. Είναι σπασμοί κι υπεκφυγές, όχι μόνο για τις ευκαιρίες που γινήκανε ανεπιστρεπτί καπνός, μα περισσότερο για τις στιγμές τις επόμενες, που καταφτάνουν δροσερές κι εμείς κραδαίνουμε μπαλτάδες, σα χασάπηδες. Ελάτε τώρα! Μην κάνετε την πάπια, ότι - και καλά - δεν ξέρετε το πόσο χέστες είστε. Το πόσο σας τρομάζει η ιδέα να πάρετε τη ζωή στα χέρια σας και να την κάνετε εσωτερικό κόσμο, αντί για ιλουστρασιόν εξώφυλλο. Ευχές, υποσχέσεις, σχέδια για το νέο έτος, τι 'ν' όλα τούτα, παρά μνημόσυνα μιας ήττας προαναγγελμένης από καιρό, απ' τη ρηχότητα με την οποία αγκαλιάζεστε, ονειρεύεστε ή κάνετε έρωτα, όλο το χρόνο;

Τι να ευχηθεί τώρα, ένας ανόητος - εγώ - στον άλλο; Ξερω-γω; Να, όπως κοντοστάθηκες σήμερα, μπροστά σε τούτο το σκουπίδι, έτσι να κοντοστέκεσαι, συχνότερα.

ΤΟ ΣΚΟΥΠΙΔΙ - Μικρές ιστορίες για πέταμα [#02]

Τα σκουπίδια μιλάνε με σολοικισμούς και γράφουν με ανορθογραφίες, όμως μιλούν και γράφουν. Κάθε που τραγουδούν τραγουδούν φάλτσα και κάθε που χορεύουν χορεύουν άτσαλα. Όμως τραγουδούν και χορεύουν. Αρκεί κανείς να κοιτάξει σωστά και να γνωρίζει, φυσικά, την ιδιαίτερη νοηματική των σκουπιδιών, που μόνο τα σκουπίδια καταλαβαίνουν. Πίσω από κάθε σκουπίδι, βέβαια, κρύβεται κάποιος άνθρωπος. Μ' αν το καλοσκεφτείς, τις περισσότερες φορές, ο άνθρωπος και το σκουπίδι ταυτίζονται. Κακώς, βδελυττόμαστε τα σκουπίδια. Τα σκουπίδια, προτού γίνουν τέτοια, δεν ήταν διόλου σκουπίδινα. Κάποιος τ' αγάπησε. Κι αν η αγάπη είναι βαριά κουβέντα - πράγματι - τότε ας πούμε ότι κάποιος τα πόθησε. Για λίγο ή για πολύ, αλλά τα πόθησε. Τα λάτρεψε γι' αυτά τα ίδια, για το περιεχόμενό τους ή γι' αυτό που τον έκαναν να νιώσει.

Θα μου πείτε τώρα, όλα τα σκουπίδια δεν είναι της ίδιας πάστας, είναι λογιών λογιών. Κάποια σιχαίνεσαι και να τα κοιτάξεις, γεμάτα γλίτσα κι αποφορά. Φαντάζεσαι τετάνους, λέπρες κι ένα σωρό τέτοια, προσβλητικά. Είναι άλλα που τα φοβάσαι, όπως τα μοβόρικα καπάκια απ' τις κονσέρβες, που μια φορά γεύτηκαν αίμα ανθρώπινο κι, έκτοτε, έπαψαν να λυμαίνονται οτιδήποτε άλλο. Κάποια πάλι κείτονται απλά τσαλακωμένα και πατικωμένα, σχεδόν αλώβητα από την παρακμή. Με μια απλή μεταποίηση ή παραποίηση, θα μπορούσαν να λάμψουν και πάλι στη δόξα την πρότερη (ίσως και μεγαλύτερη).

Τέλος, υπάρχουν και τα σκουπίδια εκείνα, που δεν είναι καν σκουπίδια. Έπαψαν κάποτε να είναι χρήσιμα στον τάδε, αλλά θα μπορούσαν κάλλιστα να συνεχίσουν την καριέρα τους στο δείνα. Αυτά τα τελευταία, λένε τη μεγαλύτερη αλήθεια, που μπορεί να ειπωθεί για τα σκουπίδια : ένα σκουπίδι έχει νονό, κάποιος το βάφτισε, δεν ήταν πάντα σκουπίδι κι ούτε έγινε στ' αλήθεια ποτέ. Απλά, τη χρόνικη στιγμή μηδέν, όλοι έπιασαν να το φωνάζουν "σκουπίδι", ώσπου το πίστεψε ακόμα κι αυτό. Τ' αληθινό του όνομα, την ουσία του, κανείς δεν πρόκειται ποτέ να τα μάθει. Ειρωνικά, ούτε το ίδιο.

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιων σκουπιδιών, που μου 'ρχεται στο μυαλό, είναι κάποια παιδιά, κάποιων οικογενειών. Παιδιά, που γεννήθηκαν κι ανατράφηκαν ως γιορτινά περιτυλίγματα κι αλουμινόχαρτα, για να ντύσουν τα γούστα μιας ερωτικής επιχείρησης ή τους όρους ενός συμβολαίου, τις ανάγκες ενός πένθιμου ρεβεγιόν, μιας μετάθεσης, ενός επιδόματος, της ζωής που περνάει. Οι έρημες αυτές ψυχές (εξακολουθούν ν' αποστραγγίζονται από τους γονείς τους, την ώρα που μιλάμε) μοιάζουν με τις συσκευασίες των κρουασάν, που τις παρασέρνει ο αγέρας. Περιφέρονται, συνεχώς, με τη μνήμη εκείνη της αλλοτινής γλύκας, τη μαγιά που φέραν κάποτε στα σωθικά τους, μα το μόνο που τους έχει απομείνει πλέον είναι μια ελάχιστη ικανότητα να γυαλίζουν κι η ευσπλαχνία των ανέμων.


ΤΟ ΣΚΟΥΠΙΔΙ - Μικρές ιστορίες για πέταμα [#01]

Αν τα πεζοδρόμια είχανε στόμα να μιλήσουν, θα μας έλεγαν καταρχάς να μη τα φτύνουμε και κατά δεύτερο λόγο να τα σκουπίζουμε συχνότερα. Θα μας έλεγαν, επίσης, ένα σωρό σκοτεινές ιστορίες, από το πλην άπειρο των ανθρώπων.

Μπήκαμε ήδη για τα καλά στην εποχή του γυμνοσάλιαγκα. Τα μεζεδοπωλεία έχουνε πια ρίξει τα τελευταία τους φθινοπωρινά φυλλάδια κι ένα παχύ στρώμα μπίχλας και σαβούρας, ταμπουρωμένο στις κώχες απ' τα κράσπεδα, κουτσομπολεύει τον κοσμάκη που περνάει. Το ανθρωπομάνι ετούτο έχει κατακλύσει τα γνώριμα άλλοθι της ανίας κι οι χοντρές κωλάρες εδραιώθηκαν ξανά στα δάση από καρέκλες, πατικωμένες μία δίπλα στην άλλη με χάρη, όπως οι κουράδες στους βόθρους.

Δεν ξέρεις πια τι είναι πρέπον : να κλάψεις, να γελάσεις, να ξεράσεις ; Γύρω άνθρωποι δίχως μάτια, στόματα ή μυελό των οστών ∙ μονάχα πανάκριβα εντόσθια.

Μια παρέα, στην είσοδο ενός υπονόμου, παραγγέλνει μπύρες και τον κωδικό του wi-fi. Στην άκρη, δυο ηλικιωμένες κατσαρίδες αναμετρώνται μ' ένα παρόν παντελώς ξένο κι αποσυντίθενται πάνω στην προσπάθεια. Ένα ζευγάρι χαμουρεύεται πλάι σ' ένα πεταμένο στρώμα, ξεχαρβαλωμένο και λερό - πιο 'κει, ένας οδηγός, περιμένοντας το φανάρι, αυνανίζεται παρέα τους. Μια οικογένεια καταβροχθίζει μιαν άλλη οικογένεια, μέσα σ' έναν κάδο ανακύκλωσης. Από πάνω τους, ένα γκαρσόνι παλεύει να κλείσει το καπάκι - το αφεντικό φοβάται μήπως φανούν τα παρασκήνια. Στο ρόλο του κομπάρσου, ο γραφικός ανάπηρος. Παλεύει να διασχίσει τα παρκαρισμένα τραπεζάκια, μα είναι σχεδόν αόρατος, γιατί ζει στον κόσμο των ανάπηρων - κάπου ενενήντα μοίρες γωνία, από τα βλέμματα. Σαν βλέπει πως δεν τα καταφέρνει, σηκώνεται, μεταμφιέζεται σε δεκαπεντάχρονη, που με τη σειρά της μεταμφιέζεται σε πόρνη. Είναι ο μόνος έρωτας, που τη δίδαξαν να περιμένει. Γλιστράει πια με άνεση, ανάμεσα σε βλέμματα και μασέλες.

Θα 'λεγε κανείς πως η αδιαφορία κι η ασυδοσία είναι κάποιο είδος ανεξερεύνητου, φυσικού περιβάλλοντος. Χαζεύοντας και συγκρίνοντας το πλήθος με τα σκουπίδια, αναρωτιέται κανείς - πολύ τίμια - μην είναι τα τελευταία περισσότερο άνθρωποι απ' τους ανθρώπους. Κι είπα "μακάρι". Στο κάτω-κάτω, θα 'ταν η χαρά διπλάσια, να ποδοπατούμε κάτι που ψυχορραγεί, παρά το άψυχο. Αλλά τα σκουπίδια δεν είναι άνθρωποι κι έτσι μένει, μονάχα, να εξετάσουμε μην είναι οι άνθρωποι σκουπίδια.

Για φαντάσου... ετούτο το βαρετό, τραυματισμένο πλήθος είναι οι συνοδοιπόροι μας, είναι τα πρόσωπα που έλαχε να μοιραστούμε τη διαδρομή της τρέλας. Κι όμως, κανείς τους δε μοιάζει να πηγαίνει πουθενά. Οι περισσότεροι δίνουν την εντύπωση πως έχουν ήδη φτάσει - το πιο πιθανό στο θάνατό τους. Και τις λίγες φορές, σαν αναζήτησα ανθρώπους αντί για ζόμπι, σκόνταφτα πάντα στα ίδια και στα ίδια οικεία χαμόγελα. Τρεις κι ο κούκος, δηλαδή, σε μία ανθρωπο-θάλασσα εκατομμυρίων. Όχι βέβαια κούκοι σαν κι εμάς, του συρμού. Παρά με χέρια τραχιά και πλατιά, ίδια με τα χέρια των ανθρώπων του μόχθου, φτυάριζαν τα σωθικά τους κι έδιναν, έδιναν τόσο, ώστε αναρωτιόμουν ( εγώ που γνώριζα μόνο να παίρνω ) : μα έχει ο άνθρωπος πια τόσο περίσσεμα στα στήθια του, τόσο ζυμάρι ;

Φτάσαμε πλέον στο σημείο, όπου συγκρίνουμε τη βούρτσα με την πούτσα. Κι από τη μία ο κόσμος που γαμάει και δέρνει, από την άλλη ο κόσμος που γεννάει και τίκτει. Στήνεται από τη μία τ' ανθρώπινο υφαντό από χέρια καρτερικά, πληγιασμένα, ξηλώνεται απ' την άλλη από χέρια μανικιούρ. Κι ήταν εκεί, όπου κατάλαβα - καθώς διχαζόμουν κι αλληθώριζα, όπως όλοι - πως αν δε ματώσεις, αν δε στραγγίξουν οι δικές σου σάρκες, ψωμί να φας, ψωμί να μοιράσεις, ψωμί τέλος πάντων δε φτιάχνεις. Πάντα τις σάρκες των άλλων θα κανιβαλίζεις.

Κι είπα " Να, αυτό πρέπει να κάνουμε! ". Πήρα, λοιπόν, το δίκοπο σουγιά κι έπιασα να τεμαχίζομαι σε λέξεις του πεταματού. Από τώρα και στο εξής θα πάψω να είμαι παρομοίωση. Θα πετιέμαι κι εγώ στα πεζοδρόμια, θα κείτομαι μέσα στη λέρα, κάτω από τις σκοτεινές μεταμεσονύχτιες γέφυρες, θα σέρνομαι στους οχετούς, δίπλα στ' αποτσίγαρα και στ' αδέρφια μου. Κι άμποτε σκάσει ετούτο το πλαστικό, γυαλιστερό κουκούλι, μια στο εκατομμύριο απ' τα σπλάχνα του, να γεννηθεί ένας αληθινός άνθρωπος.

Δε βγαίνει νόημα!

Τελικά ποιος το γνωρίζει, να μου πει ‘τούτο μονάχα, αν δηλαδή οι λέξεις φτιάχτηκαν για να ενώνουν ή να χωρίζουν τους ανθρώπους ; Ποιος σατανάς εφηύρε τις κουβέντες, τα λόγια «τα σταράτα», τις γνώμες και τις συγγνώμες ; Ποιος διάολος βάλθηκε να σπείρει τη διχόνοια ανάμεσά μας κι άφησε να ριζώσουν μες στα κεφάλια μας ορισμοί, αίτια κι αιτιατά κι άλλα ζιζάνια και μύκητες, εν πρώτοις ακίνδυνοι για το ανεκπαίδευτο μάτι ή μυαλό ; Σπάζει ο καθρέφτης κάθε πράγματος σε χίλια κομμάτια κι άλλο είδωλο λατρεύω εγώ, άλλο εσύ κι έτσι μιλώντας τεμαχιστά, πιάνει ο καθένας το δικό του αιχμηρό θραύσμα και το καρφώνουμε ο ένας στην καρωτίδα του άλλου, λες κι είναι η αλήθεια ενέσιμη κι εμείς οι φορείς του εμβολίου.

Τα λέω τα πράγματα έτσι, γιατί κι εγώ σφαγμένος και σφάχτης αναρρώνω από κάποια μάχη πρόσφατη . Όπου πια ξέχασα να μιλώ - ή τι σημαίνει να μιλώ . Όπου είδα τούτες τις ψαλιδιές της αμφιβολίας να αποκόπτουν τα νήματα απ’ τα νοήματα κι όλες τις λέξεις να σωριάζονται - όχι στα πόδια μου, τουλάχιστον τότε θ’ αλάφρωνε λίγο το βάρος, αλλά στον τράχηλο, στους ώμους, στα ριζώματα του νωτιαίου μυελού . Είχα αναρτήσει πάνω τους – πάνω στις λέξεις εννοώ - μιαν ελάχιστη βεβαιότητα ύπαρξης, μια σιγουριά ότι κατώφλι σημαίνει κατώφλι, πως θάνατος σημαίνει θάνατος κι άλλους τέτοιους όμορφους αντιπερισπασμούς.

Μα τώρα πια, με πόση χάρη αποδείξαμε το τέλος της αθωότητας, όταν σκαλίζαμε τα ολοστρόγγυλα αραβουργήματα στα τετράδια της πρώτης δημοτικού και προσμέναμε μαγεμένοι να μας αποκαλύψουν τους μυστικούς θησαυρούς της επικοινωνίας . Κατανοήσαμε πια ότι πρόκειται για μιαν επικοινωνία κατ’ επίφαση, κάθε λέξη και μια επιταγή που αποδείχτηκε ξεδιάντροπα ακάλυπτη . Η αυστηρότητα της μολυβένιας χαρακιάς, πάνω στο λευκό χαρτί, εξαντλούνταν τελικά στην αυστηρότητα του σχήματος κι όχι του νοήματος . Κάθε φορά που παλεύω να ξεχωρίσω το χρώμα της καλημέρας, νιώθω τη λέξη να λιώνει στ’ αυτί μου σαν ηχητικό καλειδοσκόπιο . Η καλημέρα δεν είναι πια μία, είναι χίλιες-μύριες καλημέρες : άλλες γλυκές σαν ζεστή σοκολάτα τις αισθάνεσαι να γλιστρούν στα σωθικά σου σαν αντι-γύρισμα αγκαλιάς, άλλες αδιάφορες σαν πικροδάφνες πεταμένες στα κράσπεδα κάποιας εθνικής οδού, υπάρχουν απλά για να υπάρχουν, άλλες παγερές τις νιώθεις να έρπουν στην πλάτη σου, όπως το μαχαίρι γλιστρά και βυθίζεται μέσα στο βούτυρο.

Πιάνω απ’ τη μεριά μου να χτίσω γεφύρι, πιάνεις να χτίσεις κι εσύ απ’ τη δική σου . Δε λέω, γιοφύρια χτίζονται με πράξες, όχι με χρωματιστές ανάσες . Μ’ αυτό ακριβώς, ακόμα κι αν οι πράξες τούτες δε λείπουν, χρειάζεσαι κουβέντες να τις ντύσεις γιατί δε μάθαμε τη γύμνια και αισχυνόμαστε ή τη μπερδεύουμε με φτώχια – πόσο θλιβερό το τελευταίο . «Να», σου λέω, «το γιοφύρι που χτίζω για να σε πλησιάσω είναι πορφυρό» κι εσύ μου απαντάς για το δικό σου, που είναι βαθύ γαλάζιο και στο σημείο αυτό όλα μοιάζουν μαγικά (ή μαγεμένα) και γεμάτα υποσχέσεις αγγιγμάτων . Καθώς πλησιάζουμε, όμως, διακρίνω πως το γεφύρι σου δεν είναι βαθύ γαλάζιο μα ξεβαμμένο μπλε κι εσύ, όμοια, ανακαλύπτεις αντί του πορφυρού δικού μου, το καφετί της ώχρας . Στο σημείο αυτό, κοιταζόμαστε σαν άγνωστοι κι είναι το σημείο, που συνήθως παραπατούμε . Ξεχνούμε το γιοφύρι πίσω απ’ τα χρώματα . Για πάντα θα μας στοιχειώνει η σύγκριση μ’ εκείνη την αρχική, γαλάζια ή πορφυρή υπόσχεση.

Η λέξη, αυτή η καταραμένη λέξη . Κάποτε, παιδί ακόμη, σκαρφάλωσες σ’ ένα ψηλό δέντρο κι έχτισες εκεί το παραμυθένιο σου κάστρο . Οι πολεμίστρες του ευώδιαζαν ρετσίνι, πίσω απ’ τα φυλλώματα έπαιζες με τα τζιτζίκια και μελετούσες ονείρατα . Για σένα το δέντρο ήταν σπίτι σου . Κάποτε, παιδί ακόμη, προσπάθησα να σκαρφαλώσω σ’ ένα δέντρο, μα γλίστρησα και πέρασα τους επόμενους μήνες στο νοσοκομείο, στο σπίτι, στη φυσιοθεραπεία . Για μένα το δέντρο ήταν εξορία, ήταν στοιχειό . Όταν μου μιλάς για δέντρα τρομάζω . Οργίζεσαι που δεν καταλαβαίνω . Προσπαθείς να μοιράσεις ευθύνες, θέλω μονο να καταλάβεις . Θίγεσαι . Μιλώ μόνο για το δέντρο, μα εσύ θαρρείς μιλώ για σένα . Οι λέξεις, οι λέξεις . Δίχως όρια, δίχως αιδώ, διαχέονται μέσα σε ό,τι μας ορίζει, σε ό,τι μας κάνει πιο ανθρώπινους . Σαν καρκινώματα, μεθίστανται από το ένα ζωτικό μας αίσθημα στο άλλο . Οι καρδιές μας καταρρέουν προσπαθώντας ν’ αγαπήσουν ορίζοντας, άρα χωρίζοντας . Αχ η λέξη, αυτή η καταραμένη λέξη, που σα μαχαίρι τεμαχίζει τα δάχτυλα που πασχίζουν να αγγίξουν, ένα το άλλο.

Η λέξη, που δεν είναι απλά η λέξη . Η λέξη που δεν είσαι απλά εσύ . Η λέξη που είναι η μάνα σου και ο πατέρας σου . Η αυλή που μεγάλωσες, το πρώτο σου σχολείο . Οι βρωμικες πολυκατοικίες της γειτονιάς σου, τα κύματα που ζώνουν τη χώρα σου ή τα βράχια που τη στερεώνουν . Το αίμα που πότισε τα σπαρτά που σήμερα σε θρέφουν ή τα βιβλία . Η λέξη κι η γενιά της που κρατάει απ’ το χαρτί, που κρατάει απ’ τον πάπυρο, που κρατάει από μια χαραγματιά στην πέτρα . Να πολεμήσω τη λέξη δε μπορώ, ότι να πολεμήσω όλα τούτα πίσω της πρέπει . Άλλο δε μπορώ να κάνω όμως . Η πράξεις μου δεν στέκονται χωρίς τις λέξεις . Γιατί η πράξη μου γίνεται για κάποιο λόγο κι ο λόγος είναι λέξεις . Να πολεμήσω τη λέξη δε μπορώ, ότι να πολεμήσω τον εαυτό μου πρέπει, καταρχήν . Και κατόπιν τον Αλέξη, καθότι ως γνωστόν πίσω από τις λέξεις κρύβεται ο Αλέξης . Όπερ έδει δείξαι και στ’ αρχίδια μου . Ευχαριστώ !

Φοβάμαι...

Έτσι φοβάμαι πως θα πεθάνω κάποτε: μονάχος, αυτοεξόριστος, έωλος.

Μονάχος.

Αυτό φοβάμαι, πως θα γείρω κάποια στιγμή νεκρός, πάνω στο πληκτρολόγιο, έχοντας εκπορνεύσει το βιος μου κι έχοντας κανιβαλίσει τα αποφάγια. Θα γείρω και θα καταρρεύσω, έτσι απλά, αφού δε θα υπάρχει πια να με στηρίξει ούτε λατρεία, ούτε απέχθεια καμιά. Και θα με βρουν, αργότερα, παγωμένο, κοιλιά επιμελώς διογκωμένη απ’ τη φιλεύσπλαχνη αποσύνθεση, ψίχουλα στα γένια, στο φανελάκι, λεκιασμένα εσώρουχα, ρυπαρό και γλοιώδη.

Αλλά, προπάντων, θα με βρουν μόνο. Με το δείκτη μετέωρο, ένα ψυχορράγητο κλικ μακριά από την αγάπη. Πεθαίνοντας, όπως ακριβώς αγάπησα: φοβισμένα, ηδονοβλεπτικά, παράνομα. Δίχως πνευματικά δικαιώματα, δίχως έγκριση ποτέ.

Έτσι, ακριβώς, φοβάμαι πως θα πεθάνω: ξεπουλημένος, σακάτης, πρόστυχος. Ένας πορνόγερος, που θα επιδεικνύεται ξεδιάντροπα στις νοσοκόμες, στο δρόμο, στα μικρά παιδιά.

Ή πάλι, ίσως σβήσω άξαφνα, με μια γελοία γκριμάτσα τρόμου, απανθρακωμένος μπροστά στον υπολογιστή μου. Με το δεξί μου χέρι τεταμένο μπροστά (στο ποντίκι) και το αριστερό κολλημένο στο πλευρό (πληκτρολόγιο), θα μοιάζω με νεκρό Καραγκιόζη. Στη ματιά μου, το μόνο που θα θυμίζει πλέον τη σπαταλημένη ζωή, η νεκρική φωταύγεια της οθόνης, ο απόηχος. Κι ένα διακριτικό μήνυμα, που θ’ αναβοσβήνει μαυλιστικά στο περιθώριο, θα με ξεπροβοδίζει επικριτικά, μάταια προειδοποιώντας με για την ορθογραφία μιας αδιάφορης πια λέξης.